Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

Τι εννοούμε διακυβερνητικό χαρακτήρα της ΕΕ;

Στις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 20ό Συνέδριο του ΚΚΕ στη Θέση 18, όπου γίνεται αναφορά στο Brexit και τις διαπραγματεύσεις για την υλοποίησή του, αναφέρεται:
«Απ' ό,τι φαίνεται, πάντως, η γενική κατεύθυνση των διαπραγματεύσεων θα είναι η διατήρηση "στενής σχέσης" με την ΕΕ. Πάνω σε αυτό το έδαφος περιπλέκονται τα διλήμματα της αστικής πολιτικής στη
Γερμανία και στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ. Καταρχάς, η κυρίαρχη γραμμή της γερμανικής αστικής τάξης κινείται ανάμεσα στη διατήρηση του διακυβερνητικού χαρακτήρα των αποφάσεων της ΕΕ και στην επιβολή στην πράξη της ΕΕ των πολλών ταχυτήτων, των πολλών ομόκεντρων κύκλων με εφαρμογή αυστηρών κανόνων στη δημοσιονομική πολιτική. Ωστόσο, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία συμπλέει σε μεγάλο βαθμό με τις προτάσεις εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης που εκπορεύονται από την πλευρά της Γαλλίας και της Ιταλίας».
Η ΕΕ είναι συμμαχία καπιταλιστικών κρατών. Ο διακυβερνητικός χαρακτήρας της εκφράζει πως η ΕΕ αποτελεί ένα πεδίο «συνεννόησης» των ξεχωριστών αστικών τάξεων, όπως εκφράζονται απ' τις ξεχωριστές κυβερνήσεις. Η αστική εξουσία βρίσκεται σε κάθε κράτος-μέλος, τη διαχειρίζεται η αστική κυβέρνηση κάθε κράτους-μέλους και μεταξύ τους οι κυβερνήσεις συνεννοούνται σε επίπεδο ΕΕ για διάφορα θέματα, με γνώμονα τη διασφάλιση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε κάθε κράτος. Φυσικά, πλευρά της συνεννόησης μπορεί να είναι και η συνειδητή εκχώρηση τμήματος της εθνικής κυριαρχίας που γίνεται με στόχο την αυξημένη κερδοφορία του κεφαλαίου. Η «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» εκφράζει μια σταδιακή μετακίνηση πλευρών της αστικής εξουσίας σε επίπεδο ΕΕ, με τις αστικές κυβερνήσεις να αποτελούν εργαλεία υλοποίησης της πολιτικής που αποφασίζεται και σχεδιάζεται σε επίπεδο Ένωσης. Πρόκειται για μία όλο και πιο μόνιμη μεταφορά πλευρών της εθνικής κυριαρχίας στα όργανα της ΕΕ. Πλευρά αυτής της ολοκλήρωσης είναι η ένταξη στην ΟΝΕ, που μετέφερε σημαντικό τμήμα της νομισματικής πολιτικής στην ΕΚΤ και αποδυνάμωσε τα αστικά κράτη. Ωστόσο, η «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» αντιφάσκει με το γεγονός ότι η αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου διενεργείται κυρίως στο πλαίσιο της εθνοκρατικής συγκρότησης της καπιταλιστικής οικονομίας και με την ανισόμετρη ανάπτυξη των ξεχωριστών καπιταλιστικών οικονομιών, που εμποδίζει μια μόνιμη σύνδεση των διαφορετικών καπιταλιστικών οικονομιών σε ένα υπερμονοπώλιο, σε ένα υπερκράτος, σε μία μόνιμη σταθερή συμμαχία και «ένωση». Το γεγονός αυτό γίνεται ακόμα πιο ορατό στις σημερινές συνθήκες, όπου οι επιπτώσεις της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης σε κάθε κράτος-μέλος είχαν ως αποτέλεσμα να βαθύνουν οι διαφορές, να μεγαλώσει η απόσταση ανάμεσα σε διαφορετικά καπιταλιστικά κράτη και κατά συνέπεια να οξυνθούν οι αντιθέσεις. Με αφορμή το περίφημο πόρισμα των προέδρων των 5 βασικών θεσμών της ΕΕ (Γιούρογκρουπ, Κομισιόν, Ευρωκοινοβούλιο, ΕΚΤ, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) το καλοκαίρι του 2015, που ουσιαστικά προτάσσουν ως απάντηση στα προβλήματα και τις αντιφάσεις της ΕΕ μέτρα «εμβάθυνσης» της διαδικασίας, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η Γερμανία, δυνάμωσε η διαπάλη για τις προοπτικές της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Η άρχουσα τάξη κάθε αστικού κράτους αποφασίζει κάθε φορά πώς κινείται, με γνώμονα την κερδοφορία της. Φυσικά, τα συμφέροντα διαφορετικών μερίδων της άρχουσας τάξης δεν ταυτίζονται πάντα ενώ συχνά μεταβάλλονται και στο χρόνο. Έτσι, ουσιαστικά, στο εσωτερικό των αστικών κρατών της ΕΕ διεξάγεται διαπάλη σε σχέση με το χαρακτήρα και την προοπτική της ΕΕ καθώς και τη θέση του κάθε αστικού κράτους σε αυτήν.