Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Συμφωνία Ελλάδας-Fyrom: Οταν ο κοσμοπολιτισμός συναντιέται με τον εθνικισμό...

Αποστολή του ΝΑΤΟ στα Σκόπια, το 2001
Η συμφωνία που υπογράφτηκε ανάμεσα στις κυβερνήσεις Ελλάδας και FYROM, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, έχει πυροδοτήσει μια αποπροσανατολιστική πολιτική αντιπαράθεση, η οποία αφενός κρύβει τους βασικούς ευρωατλαντικούς στόχους αυτής της συμφωνίας, αφετέρου χρησιμοποιείται ως εργαλείο για μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις.
Απ' τη μια μεριά είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, που προσπαθεί να παρουσιάσει τη συμφωνία Ελλάδας - FYROM ως μια προοδευτική εξέλιξη, που είναι προς το συμφέρον των δύο λαών. Προφανώς στις προοδευτικές δυνάμεις, σύμφωνα με τον ΣΥΡΙΖΑ, συγκαταλέγονται το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, η κυβέρνηση των ΗΠΑ, ο Σόρος, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, η Σοσιαλιστική Διεθνής του Γ. Παπανδρέου και πολλοί άλλοι που έσπευσαν να χαιρετίσουν τη συγκεκριμένη συμφωνία... Δυνάμεις που - η καθεμιά με τον τρόπο της - έχουν πρωτοστατήσει στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και τις επεμβάσεις, στην υποδαύλιση του αλυτρωτισμού και την αλλαγή συνόρων, στο αιματοκύλισμα των λαών.
Προσπαθεί, επίσης, με τον κοσμοπολίτικο μανδύα του, να εμφανιστεί ως αντίπαλος εθνικιστικών δυνάμεων, που για τους δικούς τους λόγους αντιδρούν στη συμφωνία, παραβλέποντας ότι ο ίδιος συγκυβερνά με μία τέτοια δύναμη. Μάλιστα, ο κ. Τσίπρας σε πρόσφατη συνέντευξή του παρουσίασε τον Καμμένο ως «συνεπή» δύναμη. Η υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο. Και την ίδια στιγμή βέβαια στοχεύει να προσεταιριστεί συνιστώσες του Κινήματος Αλλαγής, το οποίο φάσκει και αντιφάσκει.


Από την άλλη μεριά είναι η ΝΔ, που προσπαθεί να ψαρέψει στο χώρο του εθνικισμού (ΑΝΕΛ, Χρυσή Αυγή) - αυτό επιχείρησε να κάνει και με την πρόσφατη πρόταση μομφής - και κατηγορεί την κυβέρνηση για υποχωρήσεις στο ζήτημα της συμφωνίας, χωρίς να αμφισβητεί όλους όσοι έσπρωξαν σε αυτήν.Κοινός παρονομαστής και των δύο η στήριξη στα επικίνδυνα σχέδια των ιμπεριαλιστών στην περιοχή, αναπόσπαστο μέρος των οποίων είναι η ένταξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Καθόλου περίεργο ότι δύο - φαινομενικά - αντίθετα ρεύματα, ο κοσμοπολιτισμός και ο εθνικισμός, συναντιούνται στο βασικό στρατηγικό στόχο. Αλλωστε, και ο κοσμοπολιτισμός έχει μέσα του στοιχεία εθνικισμού, και οι δύο συναντιούνται στην επιδίωξη της αστικής τάξης να αναβαθμίσει το διεθνή της ρόλο. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που τονίζουν κάθε τόσο κυβερνητικά στελέχη ότι αυτή η συμφωνία ανοίγει το δρόμο για να παίξει η Ελλάδα (η άρχουσα τάξη) ηγετικό ρόλο στα Βαλκάνια. Αλλά και ο εθνικισμός δεν αμφισβητεί στο ελάχιστο την ανάγκη διεθνοποίησης της δράσης του κεφαλαίου, μέσα από την ενίσχυση των διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών.
Οι δύο αυτοί πόλοι λοιπόν όχι μόνο συναντιούνται, αλλά και αλληλοσυμπληρώνονται. Αυτό κάνουν και όταν στρέφουν τα πυρά τους στο κομμουνιστικό κίνημα, το ΚΚΕ, με μπόλικη διαστρέβλωση, συκοφαντία, πρωτόγονο, ραφιναρισμένο μέχρι και γελοίο αντικομμουνισμό.
Από την υπογραφή της συμφωνίας αναμεσα στις κυβερνήσεις Ελλάδας - FYROM
Eurokinissi
Από την υπογραφή της συμφωνίας αναμεσα στις κυβερνήσεις Ελλάδας - FYROM
Τμήματα της ΝΔ, μαζί με διάφορες φυλλάδες τύπου «Μακελειού» και δημοσιογράφους τύπου Πορτοσάλτε, τη Χρυσή Αυγή, φτάνουν στο σημείο να εμφανίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως μία περίπου «κομμουνιστική» δύναμη, που μάλιστα κάνει πράξη τη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τη δεκαετία του 1920. Φτάσανε στο σημείο μάλιστα βουλευτές της να ρίχνουν τις ευθύνες για τη δημιουργία του προβλήματος στον Στάλιν, κρύβοντας έτσι το βρώμικο ρόλο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, όλα αυτά τα χρόνια, στα Βαλκάνια.Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη, συνεπικουρούμενος από διάφορες εφημερίδες, ΚΚΕεδολόγους και τρολ του διαδικτύου, πιάνει την πάσα και επιτίθεται στο ΚΚΕ, ότι δήθεν έχει αλλάξει θέση για το ζήτημα, ότι έχει ξεχάσει την «αυτοδιάθεση των λαών» κ.λπ. Μια επίθεση αναμενόμενη, γιατί το ΚΚΕ είναι η μόνη πολιτική δύναμη που αποκαλύπτει τους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών στην περιοχή, προβάλλει την ουσία της συμφωνίας και κυρίως αποκαλύπτει ότι τόσο το εθνικιστικό όσο και το κοσμοπολίτικο ρεύμα συναντιούνται στην υποστήριξη αυτών των σχεδιασμών.
Ας δούμε λοιπόν τα βασικά επιχειρήματά τους:
1) «Το ΚΚΕ άλλαξε θέση για το ζήτημα των σχέσεων με τη FYROM».
Η θέση του ΚΚΕ είναι ίδια και αναλλοίωτη εδώ και 25 χρόνια και έχει διατυπωθεί πολλές φορές από το 1992 (τότε που οι του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ συμμετείχαν στα εθνικιστικά συλλαλητήρια), μέχρι σήμερα και με διάφορες αφορμές. Ενδεικτικά αναφέρουμε:
Αλέκα Παπαρήγα, μετά από σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (1992): «(...) Είτε απαλειφθεί το όνομα είτε δεν απαλειφθεί είτε υπάρξει παραλλαγή του, τα προβλήματα για την Ελλάδα, αλλά και για τους λαούς των Βαλκανίων θα υπάρχουν, θα γίνονται όλο και πιο έντονα, εφόσον συνεχίζεται επέμβαση ξένων δυνάμεων στα Βαλκάνια, ηγετικών χωρών της ΕΟΚ και των ΗΠΑ. Εφόσον συνεχιστεί η πολιτική του "διαίρει και βασίλευε"».
Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ, λίγο πριν από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ (2008):«Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ επίσης αποκρύπτουν ότι το ΝΑΤΟ βρίσκεται ήδη στη FYROM με τη δική τους συμφωνία και ότι το νέο κράτος - προτεκτοράτο που δημιουργείται, το Κοσσυφοπέδιο, δημιουργείται με τη συμμετοχή ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων και με την αποστολή στρατού της ΕΕ. Ο ελληνικός λαός δεν πρέπει να αποπροσανατολιστεί. Πρέπει με την πάλη του να βάλει βέτο σε ΝΑΤΟ, ΗΠΑ και ΕΕ».
Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ για τις διεθνείς εξελίξεις (2011):«Τις εξελίξεις στην περιοχή σφραγίζει η διεύρυνση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια. Η στρατηγική ένταξης των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, η πιο άμεση εμπλοκή τους στα ιμπεριαλιστικά σχέδια σηματοδοτεί γενικότερα αρνητικές εξελίξεις για τους λαούς της περιοχής (...) Συνεχίζονται οι διπλωματικές κινήσεις της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ στο θέμα της ΠΓΔΜ για την αναζήτηση μιας συμβιβαστικής λύσης στο θέμα της ονομασίας, ώστε να δικαιολογηθεί η ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ που απαιτούν οι ΗΠΑ, καθώς και το άνοιγμα του δρόμου για τη σύνδεσή της με την ΕΕ (...) Ταυτόχρονα κι ενώ οι ελληνικές κυβερνήσεις διακηρύσσουν πως συζητούν μόνον το όνομα της γειτονικής χώρας, στην πραγματικότητα η αστική τάξη της ΠΓΔΜ θέτει με κάθε ευκαιρία ζήτημα αναγνώρισης "μακεδονικής" ταυτότητας και γλώσσας καθώς και ανάλογης "μειονότητας" στις βαλκανικές χώρες».
Διαψεύδονται πανηγυρικά, επομένως, οι αιτιάσεις για αλλαγή θέσης του ΚΚΕ, οι οποίες μοναδικό στόχο έχουν να κρύψουν την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στην εξυπηρέτηση των πιο επικίνδυνων ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών και να συκοφαντήσουν το ΚΚΕ, επειδή αποκαλύπτει το ρόλο τους και την προσπάθειά τους να ντύσουν αυτόν το ρόλο με «προοδευτικό» και «αριστερό» περιτύλιγμα. Το ΚΚΕ, σε αντίθεση με όλους όσοι ασχολούνταν με την ονοματολογία, προέβαλλε την ανάγκη να μπουν εμπόδια στα σχέδια των ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ και να απαλειφθούν οι αλυτρωτισμοί, που εμπεριέχονται στην αναγνώριση «μακεδονικής» ταυτότητας και γλώσσας. Το ίδιο έκανε και τώρα.
2) «Η συμφωνία με τη FYROM δεν έχει καμία σχέση με την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ που αποτελεί επιθυμία του γειτονικού λαού».
Στις διάφορες ενημερώσεις της κυβέρνησης προς τα κόμματα και τους πολιτικούς αρχηγούς και ειδικά προς το ΚΚΕ, τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο υπουργός Εξωτερικών διαβεβαίωναν ότι η συμφωνία δε θα συμπεριλαμβάνει όρους για την ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ και ότι είναι μια συμφωνία άσχετη με το στόχο της «ευρωατλαντικής ολοκλήρωσης». Κι όλα αυτά παρά το ότι είχαν τεθεί ως χρονικός ορίζοντας για την επίτευξη συμφωνίας οι επόμενες Σύνοδοι του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του ΝΑΤΟ, στις 28 - 29 Ιούνη και στις 11 - 12 Ιούλη, αντίστοιχα. Και παρά το ότι οι κυβερνώντες της γειτονικής χώρας και ειδικά ο Ζάεφ, σε όλους τους τόνους, επισήμαιναν αυτόν το στόχο.
Η δημοσίευση της συμφωνίας απέδειξε πόσο «σοβαρές» είναι οι - κατά καιρούς - ΣΥΡΙΖΑίικες διαβεβαιώσεις. Μόλις στο άρθρο 2 της συμφωνίας περιλαμβάνονται οι «εγγυήσεις» από την πλευρά της Ελλάδας ότι θα στηρίξει την ένταξη της ΠΓΔΜ στους δύο ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, όπως και τα χρονοδιαγράμματα της ενταξιακής διαδικασίας. Μάλιστα, από τα πρώτα μέτρα είναι η αποστολή επιστολής από την ελληνική κυβέρνηση προς το ΝΑΤΟ ότι αποδέχεται να ξεκινήσει η διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ στον ιμπεριαλιστικό οργανισμό με το νέο όνομα «Βόρεια Μακεδονία».
Οσο για το ότι αυτή η ένταξη είναι προϊόν της θέλησης του λαού της FYROM, εδώ η γελοιότητα βγάζει μάτι. Πίσω από τη «θέληση» του λαού έχουν άπειρες φορές κρυφτεί αντιδραστικές και αντιλαϊκές επιλογές. Πολύ περισσότερο που η θέληση ενός λαού δε διαμορφώνεται αυθόρμητα ούτε ελεύθερα, αλλά μέσα από πολύμορφες παρεμβάσεις, πιέσεις, εκβιασμούς, αυταπάτες και μάλιστα σε συνθήκες που το εργατικό, το κομμουνιστικό κίνημα είναι σε μεγάλη υποχώρηση. Εχουμε γνωρίσει πολύ καλά τι συμβαίνει, όταν η θέληση ενός λαού δεν συμβαδίζει με τα τρέχοντα συμφέροντα της άρχουσας τάξης... Να θυμίσουμε πόσες φορές επαναλήφθηκαν δημοψηφίσματα σε κράτη της ΕΕ, προκειμένου να «πεισθεί» «ελεύθερα» ο λαός, που για διάφορους λόγους διαφωνούσε με την ένταξη ή με άλλες επιλογές (π.χ. «Ευρωσύνταγμα»);
Στο λαό της FYROM λέγεται ό,τι λεγόταν και στον ελληνικό λαό από τις εδώ κυβερνήσεις, πως δήθεν η ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ θα φέρει χρήμα και δουλειές, σταθερότητα και ασφάλεια. Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, φτάνει σε τέτοιο σημείο τυχοδιωκτισμού που, για να δικαιολογήσει τη βρώμικη αποστολή του, επικαλείται ως επιχείρημα το γεγονός ότι ο γειτονικός λαός καλείται - με το πιστόλι στον κρόταφο - να στηρίξει την πορεία της χώρας του στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ!
3) «Το ΚΚΕ δεν αναγνωρίζει την πάγια μαρξιστική θέση περί εθνικής αυτοδιάθεσης και αυτοπροσδιορισμού».
Ο πρωθυπουργός και διάφορα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να στηρίξουν τη συμφωνία που υπέγραψαν, προσπάθησαν να κάνουν μαθήματα μαρξισμού - λενινισμού στο ΚΚΕ, γύρω από το ζήτημα της αυτοδιάθεσης των λαών, κατηγορώντας το ΚΚΕ ότι δήθεν την απεμπολεί.
Αυτό που στην πραγματικότητα κάνουν, είναι να εμφανίζουν μια καρικατούρα του Λένιν, συγχέοντας το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση με το σημερινό ιδεολόγημα του αυτοπροσδιορισμού, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα αντιδραστικό εργαλείο για την αλλαγή συνόρων, ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και πολέμων. Εκτός των άλλων, ο Λένιν μιλούσε για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης σε μια εποχή που δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί ο σχηματισμός των εθνικών κρατών, μεγάλα έθνη βρίσκονταν ακόμα υπό το ζυγό ισχυρών αυτοκρατοριών και αποικιοκρατικών κρατών.
«Γι' αυτό η τάση (η επιδίωξη) κάθε εθνικού κινήματος είναι ο σχηματισμός εθνικών κρατών, που ικανοποιούν καλύτερα αυτές τις ανάγκες του σύγχρονου καπιταλισμού. Προς το σχηματισμό αυτό σπρώχνουν οι πιο βαθιοί οικονομικοί παράγοντες και, για το λόγο αυτό, για όλη τη Δυτική Ευρώπη - κάτι παραπάνω: για όλο τον πολιτισμένο κόσμο - χαρακτηριστικό φυσιολογικό φαινόμενο για την κεφαλαιοκρατική περίοδο είναι τα εθνικά κράτη (...) Με την έννοια αυτοδιάθεση των εθνών εννοούμε τον κρατικό χωρισμό τους από ξένα εθνικά σύνολα, εννοούμε το σχηματισμό αυτοτελούς εθνικού κράτους» (Β. Ι. Λένιν: «Για το Δικαίωμα Αυτοδιάθεσης των Εθνών», «Απαντα», τ. 25, σελ. 261.)
Επίσης, αντιμετώπιζε αυτό το ζήτημα σε συνάρτηση με το βασικό καθήκον της ανατροπής του καπιταλισμού.
«Οι διάφορες διεκδικήσεις της δημοκρατίας, μαζί και η αυτοδιάθεση, δεν είναι κάτι απόλυτο, αλλά ένα "μέρος" του πανδημοκρατικού (σήμερα: πανσοσιαλιστικού) "παγκόσμιου" κινήματος. Μπορεί σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις το μέρος να έρχεται σε αντίθεση με το όλο και τότε πρέπει να απορρίπτεται» (Β. Ι. Λένιν, «Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση». «Απαντα», τ. 30, σελ. 39).
Ο Λένιν επισήμανε: «Το άρθρο του προγράμματός μας για την αυτοδιάθεση των εθνών δεν μπορεί να ερμηνευτεί αλλιώς παρά μόνο με την έννοια της πολιτικής αυτοδιάθεσης, δηλαδή του δικαιώματος αποχωρισμού και σχηματισμού ανεξάρτητου κράτους» (Β. Ι. Λένιν, «Θέσεις πάνω στο Εθνικό Ζήτημα», «Απαντα», τ. 23, σελ. 315).
Ταυτόχρονα, συμπλήρωνε:
«Η αναγνώριση (...) του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης όλων των εθνοτήτων δε σημαίνει καθόλου πως οι σοσιαλδημοκράτες (κομμουνιστές) παραιτούνται από το να δώσουν δική τους εκτίμηση όσον αφορά τη σκοπιμότητα του κρατικού αποχωρισμού του ενός ή του άλλου έθνους σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση. Αντίθετα οι σοδιαλδημοκράτες πρέπει να δίνουν ίσα - ίσα δική τους εκτίμηση, παίρνοντας υπόψη τόσο τις συνθήκες εξέλιξης του καπιταλισμού και της καταπίεσης των προλετάριων των διαφόρων εθνών από την ενωμένη αστική τάξη όλων των εθνοτήτων, όσο και τα γενικότερα καθήκοντα της δημοκρατίας και στην πρώτη σειρά και πάνω απ' όλα τα συμφέροντα της ταξικής πάλης του προλετάριου για το σοσιαλισμό» (Β. Ι. Λένιν, «Θέσεις πάνω στο Εθνικό Ζήτημα», «Απαντα», τ. 23, σελ. 316).
Τι σχέση έχουν όλα τα παραπάνω με τις θεωρητικές αρλούμπες των ΣΥΡΙΖΑίων; Ισα - ίσα αποδεικνύουν μόνο την ορθότητα και τη σωστή αφετηρία της τοποθέτησης του ΚΚΕ για τη συμφωνία Τσίπρα - Ζάεφ, για την ένταξη στις ιμπεριαλιστικές λυκοσυμμαχίες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και με την επιβίωση των σπερμάτων του αλυτρωτισμού.
Στις σημερινές συνθήκες η λεγόμενη «αυτοδιάθεση», πολύ περισσότερο ο «συλλογικός αυτοπροσδιορισμός», έχει αξιοποιηθεί για υποδαύλιση εθνικισμών, αλυτρωτισμών, για ιμπεριαλιστικούς πολέμους και αλλαγές συνόρων, με πρωτεργάτες στα παραπάνω τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η απόσχιση του Κοσσόβου από τη σερβική επικράτεια και η μετεξέλιξή του σε «ανεξάρτητο» κράτος, στην πραγματικότητα σε αμερικανοΝΑΤΟικό προτεκτοράτο.
Αλλο παράδειγμα είναι το πώς αξιοποιείται από τον ιμπεριαλισμό το Κουρδικό. Η αστική τάξη εκεί έχει τα δικά της συμφέροντα. Μπλέκεται στους ανταγωνισμούς κι ενώ τα συμφέροντα των λαϊκών δυνάμεων επιβάλλουν τη ρήξη με τον ιμπεριαλισμό, τα κουρδικά επιτελεία, με τη στήριξη των ΗΠΑ, χρησιμοποιούνται για το διαμελισμό του Ιράκ και της Συρίας.
Ο αυτοπροσδιορισμός καμία σχέση δεν έχει με τη μαρξιστική έννοια της αυτοδιάθεσης των εθνών και είναι καθαρός υποκειμενισμός, δηλαδή λίγο - πολύ «είσαι ό,τι θες να είσαι ή ό,τι δηλώνεις πως είσαι»... Πολύ βολικό επιχείρημα για όσους θέλουν να μπαρουτιάσουν περιοχές, στις οποίες συνυπάρχουν εθνότητες (με διαφορετικές γλώσσες, έθιμα, ακόμα και θρησκεία), όπως συνέβη στα Βαλκάνια.
Το δήθεν δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού στρώνει το έδαφος σε όσους επιδιώκουν να αναγνωριστεί η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ως «τουρκική» στην Ελλάδα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, για την αμφισβήτηση των συνόρων (π.χ. της Συνθήκης της Λοζάνης) και του εδαφικού status στην περιοχή, κάτι άλλωστε που δεν το κρύβουν εθνικιστικοί κύκλοι στην Τουρκία.
Να λοιπόν ο αντικειμενικά επικίνδυνος ρόλος που παίζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων.
4) «Η συμφωνία υλοποιεί τις πάγιες θέσεις του κομμουνιστικού κινήματος για το Μακεδονικό και τους Σλαβομακεδόνες».
Εκεί βέβαια που τόσο η μια όσο και η άλλη πλευρά δίνουν ρεσιτάλ υποκρισίας και αντιΚΚΕ μένους, είναι το ζήτημα των Σλαβομακεδόνων.
Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ, με δημοσιεύματα στην «Αυγή» και δηλώσεις στελεχών του, κατηγορεί το ΚΚΕ ότι πρόδωσε όσους σλαβόφωνους αγωνίστηκαν μέσα απ' τις γραμμές του ΔΣΕ. Αποτελεί θράσος, φυσικά, να μιλάει εξ ονόματος αυτών των αγωνιστών μια πολιτική δύναμη που υπερασπίστηκε με ιδιαίτερο ζήλο και καταστολή το άγαλμα του Προέδρου των ΗΠΑ Τρούμαν, ο οποίος τους αιματοκύλισε με τη στρατιωτική επέμβαση την περίοδο 1946 - 1949.
Η δε ΝΔ, απ' την άλλη μεριά, αναφέρεται, ως πηγή της σημερινής κατάστασης, στη θέση περί Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας και την απόφαση της 5ης Ολομέλειας του ΚΚΕ.
Η αλήθεια είναι φυσικά τελείως διαφορετική. Οι όποιες αποφάσεις του ΚΚΕ - ανεξάρτητα από λαθεμένες εκτιμήσεις που έγιναν και που, όμως, διορθώθηκαν στην πορεία - είχαν ως βασικό κριτήριο, στην τακτική τους, το τράβηγμα αυτών των πληθυσμών στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, να μη γίνουν ουρά των αστικών τάξεων και όχι φυσικά την ενσωμάτωσή τους σε ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς τύπου ΝΑΤΟ και ΕΕ. Το κριτήριο ήταν βαθιά ταξικό. Ετσι, για παράδειγμα, οι Σλαβομακεδόνες πήραν μέρος στο ΕΑΜ, στον ΕΛΑΣ, πάλεψαν ενάντια στη γερμανική και βουλγαρική κατοχή και στη συνέχεια στον αγώνα του ΔΣΕ.
Οπως, αντίστοιχα, βαθιά ταξικό ήταν και το κριτήριο της ελληνικής αστικής τάξης. Και τότε που τους ονόμαζε ΕΑΜοβούλγαρους και τους έστηνε στο εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά και τότε που προσπαθούσε να τους προσεταιριστεί, στο πλαίσιο των συμφωνιών με τον Τίτο, υλοποιώντας τον αμερικανοΝΑΤΟικό σχεδιασμό για όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα σε Γιουγκοσλαβία και ΕΣΣΔ.
Την πολιτική του Τίτο, να χαρακτηρίσει τους κατοίκους του γεωγραφικού χώρου της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας χωριστή «μακεδονική» εθνότητα, κάτι που θα της έδινε το δικαίωμα να διεκδικήσει στο μέλλον ανεξάρτητη εθνική υπόσταση, την ανέχτηκαν οι μετεμφυλιακές ελληνικές κυβερνήσεις και την υπέθαλψαν οι ιμπεριαλιστές, γιατί, μετά τη σύγκρουση με τη Σοβιετική Ενωση, μια τέτοια πολιτική εξυπηρετούσε τα σχέδιά τους.
Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από το άρθρο του βουλευτή της ΝΔ Κ. Τασούλα, στην «Καθημερινή», στις 18.6.2018. «Ηταν σημαντικό βήμα (σ.σ. οι συμφωνίες με τον Τίτο) στην ελληνογιουγκοσλαβική προσέγγιση, μια προσέγγιση που επέβαλαν ο ψυχρός πόλεμος και ιδιαίτερα η αποκοπή του Τίτο από τον σοβιετικό συνασπισμό. Μιας προσέγγισης που έκανε το κράτος που είχε διεκδικήσει τη δεκαετία του '40 την ελληνική Μακεδονία να γίνει, παρά ταύτα, περιφερειακός εταίρος της χώρας μας, γιατί και για το ΝΑΤΟ και για μας η Γιουγκοσλαβία έπρεπε να διατηρηθεί εκτός σοβιετικής επιρροής...».
Ωστόσο, παρά τα όποια προβλήματα, χωρίς την ιμπεριαλιστική επέμβαση στην περιοχή και το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, μετά το 1991, δεν ήταν δυνατόν από μόνα τους να αναβιώσουν το παλιό Μακεδονικό ζήτημα, το οποίο, ως ζήτημα εδαφικών διεκδικήσεων, είχε πάψει να υπάρχει.
Αρα λοιπόν η καλύτερη τιμή σε αυτούς τους σλαβόφωνους μαχητές, που έδωσαν τη ζωή τους μέσα απ' τις γραμμές του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του ΔΣΕ, είναι η συνέχιση της πάλης ενάντια στην πολιτική του ιμπεριαλισμού, όπως αυτή υλοποιείται σήμερα απ' την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ και τις άλλες αστικές πολιτικές δυνάμεις.
Είναι δεδομένο, λοιπόν, ότι όσο ο ΣΥΡΙΖΑ θα ενσωματώνεται περισσότερο στην πολιτική του ιμπεριαλισμού, όσο θα συγκλίνει στρατηγικά με αντιδραστικές εθνικιστικές δυνάμεις, τόσο θα καταφεύγει σε ακόμη μεγαλύτερες γελοιότητες, προκειμένου να αναζητήσει αριστερό άλλοθι και να διαμορφώσει κάλπικες διαχωριστικές γραμμές. Αυτό βέβαια καθόλου δε μειώνει τον επικίνδυνο ρόλο στην αθώωση του ιμπεριαλισμού και στην επίθεση στο ΚΚΕ, που πρέπει να βρει απάντηση από αριστερούς, ριζοσπάστες, προοδευτικούς ανθρώπους, από το εργατικό - λαϊκό κίνημα συνολικά.

Του
Γιάννη ΓΚΙΟΚΑ*
*Ο Γιάννης Γκιόκας είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου